ακινητοποιώ


ακινητοποιώ
ακινητοποιώ, ακινητοποίησα βλ. πίν. 73
——————
Σημειώσεις:
ακινητοποιώ, ακινητοποιούμαι : σπάνια χρησιμοποιείται και ο τύπος ακινητώ (βλ. πίν. 73 , μόνο στον ενεστ.) με την έννοια ακινητοποιώ κάτι ή ακινητοποιούμαι.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακινητοποιώ — 1. κάνω κάποιον ή κάτι ακίνητο, εξαναγκάζω σε ακινησία 2. φρ. «ακινητοποιώ τα κεφάλαια μου», διαθέτω το ρευστό χρήμα για την αγορά ακινήτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακίνητος + ποιώ η λ. ως όρος οικονομικός, ιατρικός ή στρατιωτικός πιθανώς να είναι απόδοση… …   Dictionary of Greek

  • ακινητοποιω — [акинитопио] р. быть неподвижным …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ακινητοποιώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. αναγκάζω κάτι να μείνει ακίνητο: Το λάθος τους ήταν ότι ακινητοποίησαν τις καλύτερες δυνάμεις τους. 2. (στο εμπόριο), μετατρέπω τα κεφάλαια σε ακίνητες αξίες (κτήματα): Μερικές επιχειρήσεις ακινητοποίησαν μέρος από τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακινητοποίηση — η [ακινητοποιώ] το να καθιστά κανείς κάποιον ή κάτι ακίνητο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακινητοποιώ η λ. ως όρος ιατρικός, οικονομικός ή στρατιωτικός πιθανώς να είναι απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. immobilization] …   Dictionary of Greek

  • ακινητοποιούμαι — ακινητοποιούμαι, ακινητοποιήθηκα, ακινητοποιημένος βλ. πίν. 74 , βλ. πίν. 75 Σημειώσεις: ακινητοποιώ, ακινητοποιούμαι : σπάνια χρησιμοποιείται και ο τύπος ακινητώ (βλ. πίν. 73 , μόνο στον ενεστ.) με την έννοια ακινητοποιώ κάτι ή ακινητοποιούμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • -ποιώ — ποιῶ, ΝΜΑ β συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε ποιός (πρβλ. αρτοποιώ < αρτοποιός, νεωτεροποιώ < νεωτεροποιός), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό ποιώ λειτούργησε ως παραγωγική… …   Dictionary of Greek

  • ακίνητος — η, ο (Α ἀκίνητος, ον) και ακούνητος, ιστός αυτός που δεν κινείται, ο ασάλευτος «στάθηκε ακίνητος» αρχ. «ἄστρα ἀκίνητα», οι απλανείς αστέρες (Πολυδ.) μσν. νεοελλ. ἀκίνητος ἑορτή γιορτή η οποία γιορτάζεται πάντα σε σταθερή ημερομηνία νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • ακινητοποίητος — η, ο [ακινητοποιώ] αυτός που δεν κινητοποιήθηκε, που δεν τέθηκε σε κίνηση, ο ακίνητος …   Dictionary of Greek

  • ακινητοποιημένος — η, ο μετοχή παθητικού παρακειμένου τού ακινητοποιώ* …   Dictionary of Greek

  • ακινητώ — ησα 1. αμτβ., είμαι ακίνητος: Εκείνη την ώρα οι μηχανές ακινητούσαν. 2. μτβ., κάνω κάτι να μην κινείται, ακινητοποιώ: Ακινήτησε το όχημα κι έσβησε τη μηχανή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)